Τις Κυριακές ξυπνάει αργά.Σηκώνεται αργά, νωχελικά.. Κοιτάει απ’ το παράθυρο να δει τον καιρό (μάλλον από συνήθεια), φτιάχνει ζεστό καφέ και περιμένει το μυαλό του να ξυπνήσει..Κοιτάζει τριγύρω αφηρημένα.Δεν σκέφτεται τίποτα. Απλά κοιτάει.Αν η μέρα είναι καλή, του αρέσει να αφήνεται στα χάδια του ήλιου και να ακούει τις φωνές των πουλιών. Αν βρέχει, αφουγκράζεται τον ήχο του νερού στο δρόμο. Κάθεται έτσι για ώρα. Αχτένιστος, με τις μπιτζάμες. Δεν πιέζει το μυαλό του να συνέλθει. Το αφήνει ελεύθερο, να πάρει το χρόνο του… Πίνει τον καφέ του ήρεμος και απολαμβάνει την ησυχία του. Ανάβει τσιγάρο με απολαυστική ηρεμία και δεν αφήνει τίποτα να τον αποσπάσει από την αδράνεια..
Αργότερα, βάζει φόρμες κα αθλητικά και περπατάει ως το κοντινό περίπτερο για να πάρει εφημερίδα. Πολλές φορές παίρνει περισσότερες από μία και επιστρέφει στο σπίτι περπατώντας αργά.. Φτιάχνει δεύτερο καφέ,κάθεται στην πιο αναπαυτική πολυθρόνα και αρχίζει να ξεφυλλίζει. Τα πάντα. Την εφημερίδα, τα ένθετα, τα συνοδευτικά περιοδικά, ακόμα και τα διαφημιστικά φυλλάδια που εμπεριέχονται.. Δεν τα διαβάζει όλα.Διαβάζε μόνο ότι του φαίνεται πιο περίεργο. Ποτέ δεν ασχολείται με τα νέα της εβδομάδας.Του αρέσει να διαβάζει για τέχνη. Για μουσική, για βιβλία, θεατρικές παραστάσεις. Του τραβούν την προσοχή οι νέες εφευρέσεις, τα περίεργα γραμμένα κείμενα που δεν αποκαλύπτουν εξ αρχής το κεντρικό τους θέμα.. Καμιά φορά, ενώ διαβάζει, αφήνει επιφωνήματα θαυμασμού κι ας μην τον ακούει κανείς.. Άλλοτε μονολογεί σχολιάζοντας κάτι που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.
Όταν διαβάζει δεν θέλει να ακούει μουσική ούτε να έχει την τηλεόραση ανοιχτή.Δεν θέλει τίποτα που να του αποσπά την προσοχή. Για αυτόν είναι μοναδική η στιγμή που συναντιέται με τη γνώση και δεν θέλει να τη μοιραστεί με τίποτα άλλο. Το ραντεβού είναι αποκλειστικά για δύο ….
Ώρα μετά,χαμένος μέσα τις φυλλάδες, ζαλισμένος από τις πληροφορίες που συνέλεξε, αφήνει το κεφάλι του να πέσει προς τα πίσω, να ακουμπήσει μαλακά στην πολυθρόνα και κλεινει για λίγο τα μάτια..Τότε μόνο συνειδητοποιεί πως είναι μόνος. Πως κανείς δεν πρόκειται να φωνάξει το όνομά του για να τον ρωτήσει κάτι, πως δεν υπάρχει κανείς για να συζητήσουν όλα αυτά που για ώρα διάβαζαν.Δεν υπάρχει κανένας που να χρειάζεται τη βοήθειά του για κάτι και το χειρότερο, δεν υπάρχει κανείς να του προτείνει να βγουν μια Κυριακάτικη βόλτα..
Μόνος και θλιμμένος, γιατί είναι από τη φύση του καταθλιπτικός και το έχει καταλάβει- παίρνει το αυτοκίνητο και κάνει μια βόλτα στην πόλη. Κάποιοι περπατούν, κάποιοι πίνουν τον καφέ τους και άλλοι επιστρέφουν στο σπίτι κρατώντας τα παιδιά τους απ’ το χεράκι..Όλοι μοιάζουν ευτυχισμένοι. Δεν είναι σίγουρος ότι είναι έτσι, αλλά θα ήθελε πολύ να το πιστέψει.Δεν ξέρει αν πρέπει να ζηλέψει ή όχι. Εδώ και καιρό, δεν ξέρει τίποτα πια.
Γυρνάει στη μοναξιά του.Τρώει μόνος, κοιμάται μόνος και περιμένει να ξημερώσει η Δευτέρα για να πάει στη δουλειά. Μόνο αυτό του έχει μείνει. Μια δουλειά και μια κατάθλιψη.Κι είναι τόσο νέος.Ούτε τα τριάντα δεν έχει κλείσει ακόμα. Ώρες ώρες αναρωτιέται, “είναι δυνατόν?”. Κι όμως είναι…
Κάποιοι μας δούλεψαν, κάποιοι μας εξαπάτησαν κι εμείς όχι απλά τους συγχωρήσαμε αλλά τους βάλαμε και σπίτι μας και τους δώσαμε και την καλύτερη θέση στο σαλόνι μας. Και τους ακούμε κάθε μέρα να γελάνε, να μιλάνε, να χορεύουν, να διασκεδάζουν, να ταξιδεύουν.Να μας δουλεύουν μες στα μούτρα μας και να μην αντιδρούμε.Και να μας κάνουν να πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε ό,τι κάνουν, και όχι απλά μπορούμε,.αλλά ΠΡΕΠΕΙ να τα κάνουμε, γιατί μόνο έτσι θα είμαστε κι εμείς χαρούμενοι σαν αυτούς. Ε λοιπόν όχι. Δεν πρέπει και δεν μπορούμε να ταξιδεύουμε κάθε Σαββατοκύριακο σε άλλη χώρα όπως ο Τάσος Δούσης. Δεν μπορούμε να μαγειρεύουμε κάθε μέρα μυστήρια φαγητά με ένα σωρό μαλακίες μέσα όπως κάνει η Αργυρώ Μπαρμπαρίγου. Δεν μπορούμε να χασκογελάμε όλη την ώρα με ηλιθιότητες του στυλ, ποιος κέρδισε στο διαγωνισμό του πιο περίεργου χτενίσματος, όπως κάνουν ο Φώτης και η Μαρία. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να αναλύουμε τον πόνο και την προσωπική μαλακία του καθενός όπως κάνει η Δρούζα. Δεν μπορούμε να φοράμε κάθε μέρα άλλα ρούχα όπως η Μενεγάκη.. Δεν μπορούμε να χτίσουμε σπιταρώνες σαν του Χατζηνικολάου ούτε να κυκλοφορούμε με τη τζιπάρα του Γεωργούλη. Γιατί απλά δεν μπορούμε!! Γι αυτό ας καταλάβουμε καλά, πως το κυνήγι του χρήματος είναι μια μαλακία και μισή, που εφευρέθηκε από κάποιους για να μας κατηγοριοποιήσει σε ομάδες. Η ομάδα αυτών που τα έχουν, η ομάδα αυτών που προσπαθούν να τα μαζέψουν και η ομάδα αυτών που δεν θα τα έχουν ποτέ αλλά δεν το χουν καταλάβει ακόμα.
Τελικά αυτή είναι η ευτυχία? Το κυνήγι του χρήματος?Αυτή την ερώτηση την έχει κάνει πολλές φορές στον εαυτό του. Τώρα πια ξέρει. Ότι μπορείς να είσαι ευτυχισμένος με πολύ λιγότερα απ όσα φαντάζεσαι. Με έναν καφέ, μια εφημερίδα και μερικούς ανθρώπους γύρω σου που να σ’ αγαπούν και να σε χρειάζονται… Με μια όμορφη, δεμένη οικογένεια, με πολλά παιδιά και κυρίως, με πολλή πολλή ζεστασιά κι αγάπη στην ψυχή…
Πρόσφατα σχόλια