ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙ….

17 03 2008

Αυτές τις μέρες – που περνούν βασανιστικά αργά και άσκοπα- συνειδητοποιώ συνεχώς πως κάτι μου λείπει. Κι όταν μου λείπει κάτι, πέφτω σε μελαγχολία και καμιά φορά σε κατάθλιψη, τόσο που δεν εχω διάθεση να κάνω τίποτα. Αφήνω τις μέρες απλά να κυλούν και κάθε μέρα είναι χειρότερη από την προηγούμενη.  Δεν έχω κανένα ενδιαφέρον, δεν ασχολούμε με τίποτα, νομίζω πως ο κόσμος είναι υπερβολικά μίζερος για τα δικά μου μέτρα, γι αυτό και τίποτα δεν με ικανοποιεί.

Αυτό που μου λείπει περισσότερο αυτόν τον καιρό είναι το παλιό μου σπίτι, το οποίο ήταν συνώνυμο της ανεξαρτησίας μου. Το μεγάλο σαλόνι, όπου είχα δύο κίτρινους καναπέδες και γύρω γύρω στους τοίχους καδράκια με νησιώτικα τοπία. Μια μεγάλι μπαλκονόπορτα άφηνε κάθε ΄πρωί το φως του ήλιου να πλημμυρίζει το χώρο και να μου ανεβάζει τη διάθεση. Η κουζίνα μου, που ήταν μικρή αλλά εξίσου φωτεινή -με τα άπλυτα πιάτα πάντα στίβα στο νεροχύτη-, το τραπεζάκι με το χρωματιστό τραπεζομάντηλο και γω απ τη μια να προσπαθώ να πλύνω τα πιάτα που είχαν μαζευτεί και απ την άλλη να μαγειρέψω κάτι διαφορετικό και πρωτότυπο. Μου άρεσε πολύ να μαγειρεύω. Και χωρίς να θέλω να περιαυτολογήσω, νομίζω πως ήμουν καλή μαγείρισσα. Η διάθεσή μου ανέβαινε ακόμα περισσότερο όταν αυτοσχεδίαζα μια νέα συνταγή και μεμεγάλη χαρά πήγαινα ν αψωνίσω τα υλικά από το κοντινό σούπερ μάρκετ και κατόπιν έβαζα σε εφαργμογή την νεογεννηθήσα ιδέα μου.

Παραδίπλα ο χώρος του γραφείου, όπου άλλοτε δίαβαζα, άλλοτε έπαιζα στο pc και καμιά φορά απλώς καθόμουν και ρέμβαζα από το παράθυρο χαζεύοντας τον ουρανό, τα αστέρια (καμιά φορά και τους γείτονες απέναντι που συνήθιζαν να κυκλοφορούν μες τα εσώρουχα!!).

Τελευταίο αλλά όχι αμελητέο το υπνοδωμάτιο μου πως τισ περισσότερες φορές έμοιαζε με αποθήκη. Ρούχαπεταμένα παντού, βαλίτσες που βαριόμουν να αδειάσω, σε μια γωνιά το σίδερο και η σιδερώστρα καμάρωναν την χαοτική κατάσταση, οι κουβέρτες και τα παπλώματα συνήθως πεταμένα από δω κι από  κει. Αυτό το δωμάτιο το ονόμαζα “ξενοιασιά”.Όποτε ήταν να έρθει κάποιος στο σπίτι και δεν προλάβαινα να συμμαζέψω, απλά μετέφερα όλα τα πράγματα εκεί, έκλεινα την πόρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Θυμάμαι όταν πρωτομετακόμισα στο σπίτι εκείνο, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να καθαρίσω το μπαλκόνι και ν αστήσω ένα μικρό τραπεζάκι και δύο καρέκλες. Την πρώτη νύχτα, μετά από την απίστευτη κούραση της μετακόμισης, έκατσα στο μπαλκόνι και χαλάρωσα κοιτάζοντας τα αστέρια που φαίνονταν τόσο κοντά, λες κι αν άπλωνα το χέρι μου θα τα έπιανα. Έβλεπα τα αεροπλάνα να πετούν με τα χρωματιστά φωτάκια τους και ένιωθα πως ταξίδευα μαζί τους. Τόσο απλά πράγματα, κι όμως πόσο σε χαλαρώνουν…

 Εκτός από το λατρεμένο μου σπίτι μου λείπουν επίσης οι βραδυνές μας βόλτες, αυτές που πηγαίναμε με τα πόδια κι όπου μας βγάλει. Ήταν εκείνες οι νύχτες που μας έπιανε απίστευτη βαρεμάρα -και χαζομάρα μαζί- και το μόνο που θέλαμε ήταν να περπατήσουμε. Βάζαμε φόρμες και αθλητικά -το μαλλί πάντα λαδωμένο και πιασμένο κοτσίδα- και κατεβαίναμε είτε προς την παραλία είτε προς άλλες περιοχές. Καλά το πιο θεικό ήταν τότε που περπατήσαμε από το κέντρο μέχρι την κρήνη (δεν το έχω πει πουθενά αυτό γιατί θα με πάρουν με τις ντομάτες!!)και μετά δεν μπορούσαμε με τίποτα να γυρίσουμε πίσω!!!

Θυμάμαι επίσης τη μέρα που αγοράσαμε το dvd player και σκοτωθήκαμε να βλέπουμε ταινίες. Από τότε καθιερώσαμε τουλάχιστον μία βραδιά dvd την εβδομάδα με όλα τα παρελκόμενα (πατατάκια, κοκα κολες, μπισκότα,σπόρια κτλ κτλ -τόσα πολλά  που όταν πηγαίναμε στο ψιλικταζίδικο για να τα ψωνίσουμε μας ρωτούσαν αν θα κάνουμε πάρτυ!)

Μου έλειψε ακόμα η απίστευτη βλακεία που μας έπιανε το βράδυ πριν κοιμηθούμε και σκάγαμε στα γέλια λέγοντας ιστορίες. Εσύ με πείραζες και γω σε τσιμπούσα, μετά θύμωνες και φώναζες, εγώ γελούσα, μετά άρχιζες πάλι να θυμάσαι ιστορίες και γελούσαμε σαν βλαμμένα. Ο διπλανός όμως-που είχε μεσοτοιχία την κρεβατοκάμαρα του-ενοχλούνταν και μετά τις 3 άρχιζε να χτυπάει με μανία τον τοίχο για να μας δείξει ότι ενοχλείται, κι εμείς αντί να σταματήσουμε να γελάμε, χτυπούσαμε τον τοίχο πιο δυνατά -με παντόφλες, με παπούτσια, με μπουνιές- μέχρι που ο άνθρωπος αγανακτούσε και δεν διαμαρτύρονταν άλλο.





ONEIΡΑ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ…ΚΑΙ ΕΝΤΟΝΑ

17 03 2008

Ήμουν στο σπίτι της γιαγιάς μου. Εκεί ήταν ο θείος και η θεία μου και γελούσαν ασταμάτητα ενώ συζητούσαμε για καισαρικές. Στην πραγματικότητα ήταν πολύ χαρούμενοι γιατί είχα περάσει το τελευταίο μου μάθημα και σε λίγο καιρό θα ορκιζόμουν. Το σπίτι της γιαγιάς ήταν κάπως “διαμπερές”. Δεν είχε τοίχους, και γύρω γύρω από μας υπήρχαν παντού γλάστρες με μολόχες οι οποίες είχαν ανθίσει και πλημμύριζαν τον τόπο με πολύχρωμα λουλούδια.

Κατόπιν, βρέθηκα μόνη, ντυμένη με  έντονα χρώματα  και προκλητικά ρούχα να τριγυρίζω αμέρημνη στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης (θαρρώ πως ήταν το Manhattan) και να χαιρετάω τον κόσμο λες και ήμουν στο χωριό μου και τους ήξερα όλους.

Έπειτα, βρέθηκα -με τα ίδια ρούχα- σε ένα γραφείο όπου υποτίθεται ότι δούλευα και καθόμουν άνετα σε μια τεράστια δερμάτινη πολυθρόνα και τακτοποιούσα κάποια έγγραφα που μου είχαν στείλει.Στην όλη εικόνα προσθέστε μια δυνατή μουσική ως backround, κάτι όχι συγκεκριμένο, μάλιστα νομίζω ότι ήταν δύο τραγούδια μαζί, αλλά ήταν πολή καθαρή και δυνατή μουσική σαν να την άκουγα ενώ ήμουν ξύπνια..

Νομίζω ότι είδα κι άλλα πολλά που δεν τα θυμάμαι, αλλά αυτό που μου έμεινε ξυπνώντας, ήταν τα έντονα χρώματα και η δυνατή μουσική, που νόμιζα πως  τα είχα ζήσει όλα αυτά στ’ αλήθεια και όχι στον ύπνο μου. Περίεργο πράγμα το υποσυνείδητο. Γιατρέ μου….. τι έχω?????