ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

13 01 2008

To συμπέρασμα τελικά είναι ένα. Όποιος δε θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει. Το λέγανε οι μαμάδες μας, οι γιαγιάδες μας και όλοι μας οι πρόγονοι…

Αντί να πιάσεις το ζυμάρι, να το πατήσεις χάμω και να το γεμίσεις αλεύρι, να φτιάξεις μια πίτα, ένα τσουρέκι, ένα φύλλο για μπακλαβά βρε αδερφέ, εσύ κάθεσαι και το κοιτάς.

Τί το κοιτάς? Δεν θα σου μιλήσει. Αυτό περίμένει να το πάρεις στα χέρια σου, να το παιδέψεις λίγο για να σου δώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα.Ενώ εσύ, σαν χάχας κάθεσαι και το χαζεύεις…

Χάζεψε όσο θέλεις.Το ζυμάρι δεν αποκρίνεται.

Ε κάπως έτσι είναι και οι άνθρωποι. Τί περιμένεις να κάνει ο άλλος όταν εσύ δεν του δίνεις καμιά σημασία? Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα..

Με αυτό το σκεπτικό ξεκίνησε η ιστορία του Κόκου και της Έρμως.

Ο Κόκος τότε ήταν ένα ψηλό και όμορφο παλικάρι. Από εμφάνιση τα είχε όλα. Αυτό που του έλειπε ήταν μόνο μισό κιλό μυαλό, αλλά δεν τον ένοιαζε και πολύ. Η Έρμω από την άλλη ήταν μια μέτρια κοπέλα, -εμφανίσιμη αλλά όχι κούκλα- αλλά το μυαλό ξυράφι.Έπαιρνε τις  στροφές σαν χαμηλωμένη Ferrari σε ολισθηρό δρόμο.Αλλά τι να το κάνεις…

Η Έρμω γούσταρε τρελά τον Κόκο και ήθελε να τον παντρευτεί. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να του το δείξει. Ήταν γλυκιά, ευγενική και θετική μαζί του. Πότε πότε του πετούσε και έξυπνα υποννοούμενα περί σχέσεων και περίμενε πως ο Κόκος θα ανταποκρίνονταν. Αυτός όμως που ήταν σκέτο ντουγάνι δεν καταλάβαινε τίποτα. Του έλεγε η Έρμω πόσο της αρέσουν τα ταξίδια αλλά αυτόν δεν τον έκοβε να της προτείνει να πάνε καμιά βόλτα μαζί. Την είχε συνέχεια στο περίμενε, και πότε πότε της έλεγε να πάνε για κανένα καφέ στο μοναδικό καφενείο του χωριού.

Η Έρμω έκανε υπομονή και προσπαθούσε να τον κερδίσει. Αυτός όμως δεν παρουσίαζε καμιά πρόοδο. Το καμμένο του μυαλό δεν τον βοηθούσε.Έτσι, έφτασαν τα Χριστούγεννα. Η Έρμω πήγε στα μαγαζιά και ψώνισε ότι καλύτερο βρήκε. Όμορφα φορέματα, παπούτσια, τσάντες και κοσμήματα. Ήθελε να είναι τέλεια στα χριστουγεννιάτικα ραντεβού της με τον Κόκο. Πήγε σε spa, σε αισθητικούς, στο κομμωτήριο και κάλεσε την προσωπική της μακιγιέρ για να την κάνει πανέμορφη για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν. Ήταν σίγουρη πως από στιγμή σε στιγμή ο Κόκος θα της τηλεφωνούσε και θα έβγαιναν μαζί.Πήγε 5, πήγε 6,πήγε 7, άφαντος ο Κόκος. “Δεν μπορεί”, σκέφτηκε,”θα με πάρει όπου να ναι.”Πήγε 8, πήγε 9, πήγε 10 και η Έρμω έπαψε να ελπίζει..

Έκατσε κοντά στο αναμμένο τζάκι, έβαλε ένα δυνατό ποτό και άναψε άφιλτρο τσιγάρο.Τα μάτια της άρχισαν να δακρύζουν από απογοήτευση. Το μολύβι και η μάσκαρα μουντζούρωσαν τα καλοσχηματισμένα μάτια της, το πανάκριβο φουστάνι της τσαλακώθηκε και τα μαλλιά της μύρισαν καπνό από τα πολλά τσιγάρα.

Αργά το βράδυ έπεσε για ύπνο σκεπτόμενη πως ο Κόκος την είχε προδώσει. Είχε ξεπέσει στα μάτια της πια και δεν ήθελε να τον ξαναδεί ποτέ μπροστά της.

Παρόλα αυτά την επόμενη μέρα έμεινε κρεμασμένη στο τηλέφωνό της περιμένοντας να την πάρει για να της πει μια δικαιολογία.Ας ήταν και ψέματα.Μια δικαιολογία περίμενε για να συνεχίζει να ελπίζει. Μα ο Κόκος δεν  πήρε.

Για να ξεχαστεί άνοιξε το ραδιόφωνο και έπεσε πάνω στο καινούριο τραγούδι του Γονίδη “στην εντατική”. Το μυαλό της πήγε στο κακό. “Λες να έπαθε τίποτα ο Κόκος μου?”, σκέφτηκε, αλλά΄ούτε αυτή ή σκέψη την έκανε να αποφασίσει να τον πάρει τηλέφωνο. “Όχι”, είπε στον εαυτό της. “Αν πάρω τηλέφωνο και ο Κόκος είναι καλά, τότε θα ταπεινωθώ, θα είναι σα να τον παρακαλάω να βγούμε”, και έτσι εγκατέλειψε τη σκέψη της.

Πέρασαν 10 μέρες από τότε και ο Κόκος ούτε φωνή,ούτε ακρόαση. Η Έρμω άρχισε να αποδέχεται την κατάσταση και να συνήθίζει στην ιδέα ότι όλα είχαν τελειώσει. Ξαφνικά, χτυπά το τηλέφωνο. Βλέπει προσεκτικά την οθόνη του κινητού της που έγραφε “Κόκος” και αλλάζει δέκα χρώματα. Βρίσκεται σε δίλλημα. Να απαντήσει ή όχι? Αστραπιαία αποφασίζει να του δώσει μια ευκαιρία και σηκώνει το τηλέφωνο. “Παρακαλώ”, λέει με αυστηρό ύφος.”Γεια σου Έρμω”, της λέει ο Κόκος, “χρόνια πολλά και καλή χρονιά”. Η Έρμω προσπαθεί να φανεί ψύχραιμη και του απαντά ” Καλή χρονιά και σε σένα Κόκο. Τί κάνεις? Πώς πέρασες τις γιορτές?”. (Αν δεν πετούσε τη μπηχτή της θα έσκαγε). ” Καλά”, της απαντά απλά ο Κόκος, “έλεγα μήπως ήθελς να βγούμε για ένα ποτό σήμερα, έτσι χαλαρά, όχι τίποτα ιδιαίτερο”….

Το μυαλό της Έρμως έγινε άνω κάτω, σαν τον μύλο που παράγει το αλεύρι “Κούλα”!!!!

“Χαλαρά είπες?Λυπάμαι Κόκο, δεν μπορώ να βγω σήμερα, γιατί είμαι άρρωστη.Για την ακρίβεια χάλια είμαι, με το ζόρι κρατιέμαι όρθια.Έχω πυρετό και καταλαβαίνεις..”

Ο Κόκος έδειξε κατανόηση. ” Οκ Έρμω”της είπε “θα τα πούμε όταν γίνεις καλά”…

Από εκείνη τη στιγμή η Έρμω κατάλαβε. Ο Κόκος δεν την ήθελε όσο τον ήθελε αυτή. Ίσως να μην την ήθελε καθόλου. Γι αυτό αποφάσισε να τον εκδικηθεί που την ταλαιπώρησε τόσο καιρό…… ( έπεται συνέχεια)…


Ενέργειες

Πληροφορίες

Γράψτε ένα σχόλιο