Εγώ δεν έκλαιγα και κλαίω…

4 03 2009

Κλαίω μήπως σε ξεχάσω, τα φτερά μου τσακισμένα, το μυαλό μου πάω να χάσω….

Σ’ αφήνω τώρα στον επόμενο, τον άτυχο το γκόμενο, που θα ρθει στη ζωή σου

Είσαι γυναίκα επικίνδυνη, παραμονεύουν κίνδυνοι, στο χάδι στο φιλί σου…

Εγώ θα φύγω από σένα,πίνω μήπως και ξεχάσω

τα φτερά μου τσακισμένα, το μυαλό μου θα το χάσω…..





Τις Κυριακές

28 02 2009

Τις Κυριακές ξυπνάει αργά.Σηκώνεται αργά, νωχελικά.. Κοιτάει απ’ το παράθυρο να δει τον καιρό (μάλλον από συνήθεια), φτιάχνει ζεστό καφέ και περιμένει το μυαλό του να ξυπνήσει..Κοιτάζει τριγύρω αφηρημένα.Δεν σκέφτεται τίποτα. Απλά κοιτάει.Αν η μέρα είναι καλή, του αρέσει να αφήνεται στα χάδια του ήλιου και να ακούει τις φωνές των πουλιών. Αν βρέχει, αφουγκράζεται τον ήχο του νερού στο δρόμο. Κάθεται έτσι για ώρα. Αχτένιστος, με τις μπιτζάμες. Δεν πιέζει το μυαλό του να συνέλθει. Το αφήνει ελεύθερο, να πάρει το χρόνο του… Πίνει τον καφέ του ήρεμος και απολαμβάνει την ησυχία του. Ανάβει τσιγάρο με απολαυστική ηρεμία και δεν αφήνει τίποτα να τον αποσπάσει από την αδράνεια..

Αργότερα, βάζει φόρμες κα αθλητικά και περπατάει ως το κοντινό περίπτερο για να πάρει εφημερίδα. Πολλές φορές παίρνει περισσότερες από μία και επιστρέφει στο σπίτι περπατώντας αργά.. Φτιάχνει δεύτερο καφέ,κάθεται στην πιο αναπαυτική πολυθρόνα και αρχίζει να ξεφυλλίζει. Τα πάντα. Την εφημερίδα, τα ένθετα, τα συνοδευτικά περιοδικά, ακόμα και τα διαφημιστικά φυλλάδια που εμπεριέχονται.. Δεν τα διαβάζει όλα.Διαβάζε μόνο ότι του φαίνεται πιο περίεργο. Ποτέ δεν ασχολείται με τα νέα της εβδομάδας.Του αρέσει να διαβάζει για τέχνη. Για μουσική, για βιβλία, θεατρικές παραστάσεις. Του τραβούν την προσοχή οι νέες εφευρέσεις, τα περίεργα γραμμένα κείμενα που δεν αποκαλύπτουν εξ αρχής το κεντρικό τους θέμα.. Καμιά φορά, ενώ διαβάζει, αφήνει επιφωνήματα θαυμασμού κι ας μην τον ακούει κανείς.. Άλλοτε μονολογεί σχολιάζοντας κάτι που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.

Όταν διαβάζει δεν θέλει να ακούει μουσική ούτε να έχει την τηλεόραση ανοιχτή.Δεν θέλει τίποτα που να του αποσπά την προσοχή. Για αυτόν είναι μοναδική η στιγμή που συναντιέται  με τη γνώση και δεν θέλει να τη μοιραστεί με τίποτα άλλο. Το ραντεβού είναι αποκλειστικά για δύο ….

Ώρα μετά,χαμένος μέσα τις φυλλάδες, ζαλισμένος από τις πληροφορίες που συνέλεξε, αφήνει το κεφάλι του να πέσει  προς τα πίσω, να ακουμπήσει μαλακά στην πολυθρόνα και κλεινει για λίγο τα μάτια..Τότε μόνο συνειδητοποιεί πως είναι μόνος. Πως κανείς δεν πρόκειται να φωνάξει το όνομά του για να τον ρωτήσει κάτι, πως δεν υπάρχει κανείς για να συζητήσουν όλα αυτά που για ώρα διάβαζαν.Δεν υπάρχει κανένας που να χρειάζεται τη βοήθειά του για κάτι και το χειρότερο, δεν υπάρχει κανείς να του προτείνει να βγουν μια Κυριακάτικη βόλτα..

Μόνος και θλιμμένος, γιατί είναι από τη φύση του καταθλιπτικός και το έχει καταλάβει- παίρνει το αυτοκίνητο και κάνει μια βόλτα στην πόλη. Κάποιοι περπατούν, κάποιοι πίνουν τον καφέ τους και άλλοι επιστρέφουν στο σπίτι κρατώντας τα παιδιά τους απ’ το χεράκι..Όλοι μοιάζουν ευτυχισμένοι. Δεν είναι σίγουρος ότι είναι έτσι, αλλά θα ήθελε πολύ να το πιστέψει.Δεν ξέρει αν πρέπει να ζηλέψει ή όχι. Εδώ και καιρό, δεν ξέρει τίποτα πια.

Γυρνάει στη μοναξιά του.Τρώει μόνος, κοιμάται μόνος και περιμένει να ξημερώσει η Δευτέρα για να πάει στη δουλειά. Μόνο αυτό του έχει μείνει. Μια δουλειά και μια κατάθλιψη.Κι είναι τόσο νέος.Ούτε τα τριάντα δεν έχει κλείσει ακόμα. Ώρες ώρες αναρωτιέται, “είναι δυνατόν?”. Κι όμως είναι…

Κάποιοι μας δούλεψαν, κάποιοι μας εξαπάτησαν κι εμείς όχι απλά τους συγχωρήσαμε αλλά τους βάλαμε και σπίτι μας και τους δώσαμε και την καλύτερη θέση στο σαλόνι μας. Και τους ακούμε κάθε μέρα να γελάνε, να μιλάνε, να χορεύουν, να διασκεδάζουν, να ταξιδεύουν.Να μας δουλεύουν μες στα μούτρα μας και να μην αντιδρούμε.Και να μας κάνουν να πιστεύουμε πως μπορούμε να κάνουμε ό,τι κάνουν, και όχι απλά μπορούμε,.αλλά ΠΡΕΠΕΙ να τα κάνουμε, γιατί μόνο έτσι θα είμαστε κι εμείς χαρούμενοι σαν αυτούς. Ε λοιπόν όχι. Δεν πρέπει και δεν μπορούμε να ταξιδεύουμε κάθε Σαββατοκύριακο σε άλλη χώρα όπως ο Τάσος Δούσης. Δεν μπορούμε να μαγειρεύουμε κάθε μέρα μυστήρια φαγητά με ένα σωρό μαλακίες μέσα όπως κάνει η Αργυρώ Μπαρμπαρίγου. Δεν μπορούμε να χασκογελάμε όλη την ώρα με ηλιθιότητες του στυλ, ποιος κέρδισε στο διαγωνισμό του πιο περίεργου χτενίσματος, όπως κάνουν ο Φώτης και η Μαρία. Δεν μπορούμε και δεν θέλουμε να αναλύουμε τον πόνο και την προσωπική μαλακία του καθενός όπως κάνει η Δρούζα. Δεν μπορούμε να φοράμε κάθε μέρα άλλα ρούχα όπως η Μενεγάκη.. Δεν μπορούμε να χτίσουμε σπιταρώνες σαν του Χατζηνικολάου ούτε να κυκλοφορούμε με τη τζιπάρα του Γεωργούλη. Γιατί απλά δεν μπορούμε!! Γι αυτό ας καταλάβουμε καλά, πως το κυνήγι του χρήματος είναι μια μαλακία και μισή, που εφευρέθηκε από κάποιους για να μας κατηγοριοποιήσει σε ομάδες. Η ομάδα αυτών που τα έχουν, η ομάδα αυτών που προσπαθούν να τα μαζέψουν και η ομάδα αυτών που δεν θα τα έχουν ποτέ αλλά δεν το χουν καταλάβει ακόμα.

Τελικά αυτή είναι η ευτυχία? Το κυνήγι του χρήματος?Αυτή την ερώτηση την έχει κάνει πολλές φορές στον εαυτό του. Τώρα πια ξέρει. Ότι μπορείς να είσαι ευτυχισμένος με πολύ λιγότερα απ όσα φαντάζεσαι. Με έναν καφέ, μια εφημερίδα και μερικούς  ανθρώπους γύρω σου που να σ’ αγαπούν και να σε χρειάζονται… Με μια όμορφη, δεμένη οικογένεια, με πολλά παιδιά και κυρίως, με πολλή πολλή ζεστασιά κι αγάπη στην ψυχή…





Αν γυρνούσα πίσω το χρόνο (μια χαρτορίχτρα μου ‘χε πει)

16 01 2009

Αν υποθέταμε πως υπάρχει μια μηχανή που ταξιδεύει στο χρόνο (διόλου πρωτότυπο, αλλά παντα επιθυμητό φυσικά), τι θα επιλέγατε? Να πάτε στο παρελθόν, ή στο μέλλον? Αν ο καθένας  μπορούσε να έχει μόνο μία επιλογή δηλαδή ή παρελθόν ή μέλλον,-όχι και τα δύο-, τότε τι θα διαλέγατε? Αυτό το έχω σκεφτεί πάρα πολλές φορές και το αστείο είναι ότι κάθε φορά δίνω διαφορετική απάντηση. Προχτές όμως που το ξανασκέφτηκα, είδα τα πράγματα κάπως πιο ξεκάθαρα και έδωσα την απάντηση που με ικανοποιεί πλήρως. Σας εξηγώ το σκεπτικό μου κι όποιος έχει ενστάσεις παρακαλείται να τις καταθέσει το τέλος του κειμένου. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι “πού θέλεις να πάς” δηλ, παρελθόν ή μέλλον, αλλά “γιατί θέλεις να πας κάπου?”, δηλαδή, γιατί προτιμάς το παρελθόν ή γιατί προτιμάς το μέλλον..

Έτσι, προσπάθησα να σκεφτώ γιατί θα προτιμούσα το παρελθόν. Τα κλασσικά επιχειρήματα είναι:

1. για να διορθώσω τα λάθη μου

2.για να σώσω τον κόσμο από ένα μελλοντικό κακό που το γνωρίζω ήδη

3. για να δω πως ζούσαν οι άνθρωποι μιας άλλης εποχής

4.για να παίξω τζόκερ και να πιάσω  5+1 (αφού θα ξέρω ήδη τα νούμερα)

5. για να σκάσω μύτη π.χ  στο 1821 με τζινάκι,μπότα, δερμάτινο , μαλλί ξυμμένο και πρόσωπο  τίγκα στο μεικ απ και να  τρελάνω τον Κολοκοτρώνη!!!

Χμμμμμμμμμμ… Δεν είναι και άσχημη ιδέα, αλλά πραγματικά δεν με ξετρελαίνει.Και γενικά πιστεύω ότι ακόμα κι αν γύριζα πίσω, πάλι τα ίδια θα έκανα (κι ας ξέρω τώρα ότι κάποια ήταν λάθη ανεπανόρθωτα), γιατί είμαι αγύριστο κεφάλι και το παραδέχομαι.Οπότε..δεν θα άλλαζα τίποτα και θα πήγαινε τζάμπα  το ταξίδι..

Αν πάλι διάλεγα να πάω στο μέλλον, γιατί θα το έκανα?

1. για να δω πως θα είναι ο κόσμος μετά απο χρόνια

2.για να δω πως θα είμαι εγώ μετά απο χρόνια (αν φυσικά ζω)

3 για να δω πως θα είναι οι απόγονοί μου

4.για να δω τι άλλα μαραφέτια θα έχει βγάλει η κινητή τηλεφωνία

5.για να δω τι άλλο θα έχει σκαρφιστεί ο απόγονος του bill gates

6.για να δω πόσο θα έχει προχωρήσει η τεχνολογία και αν θα έχει επιτέλους εφευρεθεί η μηχανή που θα σε σκουπίζει αυτόματα μετά την επίσκεψή σου στα “ιδιαίτερα του βασιλέως”

7.για να δω αν θα κατοικείται μόνιμα η σελήνη

8. για να δω πως θα είναι η γη με τόσες τρύπες του όζοντος

9.για να δω αν η Μύκονος θα είναι ακόμα must

10.για να δω αν ο Γαλάτης θα βγαίνει ακόμα στην Τv και θα κάνει καραγκιοζιλίκια….

Χμμμμμμμμμμμμ..διόλου άσχημα κι αυτά.Αλλά, τι νόημα έχει να δω πως θα είναι τα πράγματα, αφού, αν ζω μέχρι τότε θα τα δω έτσι κι αλλιώς, κι αν δε ζω τότε δεν θα τα απολάυσω ποτέ, οπότε.. γιατί να τα ξέρω?

Τελικά αποφάσισα πως αν είχα μια μηχανή του χρόνου μάλλον δεν θα πήγαινα πουθενά. Θα την έβγαζα στο δρόμο και θα την έκανα κομμάτια !





Μη με κοιτάς….

30 12 2008

Τι να σου πω για μένα

τι με ρωτάς κι εσύ

ερμητικά κλεισμένα

ειν’ όλα στην ψυχή.

Μου λες να τα ποντάρω

όλα όσα έχω εγώ

και πάλι να ρισκάρω

και ας καταστραφώ..


Μη με κοιτάς μες στα μάτια

θα δεις μια αλήθεια κομμάτια

Θα δεις και ό,τι σου κρύβω

και το πολύ και το λίγο

Μη με κοιτάς είναι ψέμα

που μοιάζει τόσο με σένα

Πες μου όσα θες παραμύθια

μα αγάπησε με στ΄αλήθεια.


Διψάω για πατρίδα

κι όχι μια απλή στεριά

κι ας χάνω μια παρτίδα

ζητάω κι άλλη μια.

Τι να σου πω για μένα

και να μη φοβηθείς

τα φώτα είναι σβησμένα

δε θέλω να με δεις…

Μη με κοιτάς μες στα μάτια

θα δεις μια αλήθεια κομμάτια

Θα δεις και ό,τι σου κρύβω

και το πολύ και το λίγο

Μη με κοιτάς είναι ψέμα

που μοιάζει τόσο με σένα

Πες μου όσα θες παραμύθια

μα αγάπησε με στ΄αλήθεια….






Η ρημάδα η διαίσθηση…

10 12 2008

Δεν πέφτει ποτέ έξω. Κι αν πέσει, θα φταίει κανάς ανάδρομος . Αλλιώς, εκεί.Άγρυπνη στέκεται και  προειδοποιεί. Πολλές φορές αναρωτήθηκα που οφείλεται η ύπαρξή της. Είναι κάτι τόσο ακατανόητο κι όμως κάτι τόσο υπαρκτό που σε κάνει να τρομάζεις με τον εαυτό σου. Μήπως γι αυτό υπάρχει?..

Ξυπνάς ένα πρωί και λες “σήμερα κάτι θα γίνει”. Και γίνεται όντως κάτι.Όχι από αυθυποβολή και μαλακίες. Γίνεται κάτι για το οποίο δεν ευθύνεσαι, και μερικές φορές δεν συμμετέχεις καν, αλλά σε επηρεάζει.. Και μονολογείς “το ξερα….” Σε όλους έχει τύχει, μη γελιόμαστε…

Ξυπνάς ένα πρωί να πας στη σχολή να δώσεις μάθημα και έχεις κακό προαίσθημα.. αλλά το προσπερνάς και λες ότι μάλλον θα είναι τα ψυχολογικά σου που σε χτυπούν αλύπητα. Ε, ξεκινάς, και μόλις βγαίνεις στο δρόμο βλέπεις ότι βρέχει τα κερατιάτικά του, έχουν απεργία τα λεωφορεία,δεν υπάρχει πουθενά ταξί και η ώρα περνάει, περνάει και δεν βλέπεις φως. Και επειδή είσαι και υπέυθυνος άνθρωπος και θέλεις να είσαι στην ώρα σου (αν μπορείς κάνε κι αλλιώς), σκέφτεσαι να το κόψεις με τα πόδια (θα περπατήσεις γρήγορα και το πολύ πολύ να αργήσεις κανα δεκάλεπτο).Κι όπως αρχίζεις το γοργό το βήμα περνάει δίπλα σου ένας καραγκιόζης νταλικέρης, πέφτει στην τεράστια λακούβα του δρόμου και σε κάνει Λούτσα. Σηκώνεις το κεφάλι , βρίζεις, καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που ξημέρωσε αυτή η βρωμομέρα, αλλά συνεχίζεις να περπατάς γιατί αν γυρίσεις πίσω, θα χάσεις πολύ χρόνο (τον οποίο δεν διαθέτεις). Παπί όπως είσαι συνεχίζεις να περπατάς, να περπατας, να περνάς ποτάμια και λίμνες, να βρέχεσαι, να λασπώνεσαι, να σου κορνάρουν σα μανιακοί αυτοί που περνάνε με κόκκινο το φανάρι κι εσύ εκεί.. ακάθεκτος να τρέχεις να προλάβεις, γιατί έχεις διαβάσει καλά και δε λέει να το χάσεις το μάθημα με τίποτα. Μπαίνεις επιτέλους στην σχολή και αρχίζεις να χαλαρώνεις ” τελειωσαν τα βάσανα επιτέλους” σκέφτεσαι και προχωράς προς την αίθουσα. Ήδη έχουν αρχίσει να φωνάζουν τα ονόματα από τη λίστα και για καλή σου τύχη (πώς κι έτσι?? ) δεν έχουν φτάσει ακόμα στο δικό σου… Περιμένεις τη σειρά σου και μόλις σε φωνάξουν μπαίνεις, στάζοντας νερά , αλλά δε σε νοιάζει καθόλου. Στρογγυλοκάθεσαι (βρέχεις και το κάθισμα, αλλά ποιός χέστηκε) και ακούς μια φωνή να λέει “βγάλτε παρακαλώ τα βιβλιάριά σας, για να περάσει ο καθηγητής να τα ελέγξει, ώστε να μπορέσετε να δώσετε το μάθημα..” κι εκείνη την ώρα αρχίζεις να στραβοκαταπίνεις, να κοκκινίζεις, να ιδρώνεις παρά το μουσκίδι, να ανοίγεις νευρικά την τσάντα και να ψάχνεις,να ψάχνεις, να ψάχνεις….

Λίγα λεπτά αργότερα βρίσκεσαι πάλι ανάμεσα στις λίμνες, τα ποτάμια και τους μαλάκες νταλικέρηδες.. Ρημαδιασμένη διαίσθηση.. Δεν καθόμουνα καλύτερα σπίτι???





Στην πυρά

10 12 2008

Πέρασε ο καιρός κι όλα ειν’ αλλιώς. Ψάξε, ψάξε, δεν θα με βρεις. Κάνε και αναπάντητες, δεν θα με βρεις. Πέρασε ο καιρός. …

Να μάθεις να μη θεωρείς τίποτα δεδομένο. Γιατί δεν είναι. Να μάθεις να αγωνίζεσαι γι αυτά που έχεις. Αλλιώς τα χάνεις. Να μάθεις να ρίχνεις τον εγωισμό σου.Γιατί σε σκοτώνει. Και πεθαίνεις.Και χάνεσαι.

Κι όταν θα δεις πόσο έφταιξες, δεν θα πιστεύεις το πόσο μετάνιωσες. Αλλά είναι πια αργά. Πέρασε ο καιρός κι όλα είναι αλλιώς. Ψάξε ,ψάξε, κάτι θα βρεις….

Μπορείς απόψε να βγεις, μ όλες τις τσούλες της γης….





Παράνοια…

2 12 2008

Αγ.Σοφίας με Εγνατία γωνία. Στα Mcdonalds.Ύστερα κάτι βόλτες, κάτι μπαρότσαρκες στα λαδάδικα, κάτι εκδρομές με αυτοκίνητα στα πιο απίθανα μέρη.Κάτι σπινιαρίσματα με μηχανές, πρωτομαγιές με φασαρίες, περίπατοι στη θάλασσα, καλοκαιρινές διακοπές, χειμερινές αποδράσεις …

Ιερά Οδός. Η νύχτα να γίνεται μέρα, μια νηφαλιότητα μέσα στη σούρα,τσιγάρα, ουίσκια, βόλτα τα ξημερώματα στην Πατησίων, το Σύνταγμα ντυμένο χριστουγεννιάτικα, ανάβαση στα τουρκοβούνια.Ποτά. Βόλτα στην Ερμού, η Κοκκίνου να τραγουδάει “θέλω κι άλλο”, κρύο, μανιασμένος αέρας.Ποτά. Κολωνάκι, βιτρίνες,ο Γεωργούλης να περνάει με το Cayenne.Ποτά. Η Σκύρος άραγε πώς να ‘ναι το χειμώνα ?……….

Καινούριο μπαράκι. Ελπίδες-εφιάλτες. Χειμώνας. Το κρύο λιγότερο απ’ το άγχος. Κάτι ποτά, κάτι τσιγάρα , λίγες κουβέντες γενικές και ένας χρόνος. Κάτι τηλέφωνα, κάτι χαμόγελα, βλέμματα που φωνάζουν.Τώρα σωπαίνουνε ακόμα κι οι Ερυνύες …

Τώρα?

Αποκοιμήθηκε το σύμπαν και δε δουλεύει πια.

Κι όλα συμβαίνουν δίχως νόημα για κανέναν.

Κάτι μικρά, καλά κρυμμένα μυστικά,

θα τα κρατήσω στην καρδιά μόνο για μένα….





5 11 2008

Σήμερα το απόγευμα, καθώς έπινα τον καφέ μου έκανα ταυτόχρονα ένα μινι μάθημα ιστορίας το οποίο θα ήθελα να σας παραθέσω, ώστε να αυξήσετε κι εσείς τις γνώσεις σας και να μην πέφτετε θύμα κανενός ψεύτη που θέλει να σας πουλήσει μούρη ότι τα ξέρει όλα. Αρχίζω λοιπόν ευθύς αμέσως.

Ο Όμηρος ήταν ένας τύπος που κατοικούσε ή στη Χίο ή στη Σμύρνη ή κάπου αλλού, αλλά τα πιο πιθανά είναι τα πρώτα δύο που ανέφερα. Αυτός λοιπόν, ήταν ένας φτωχομπινές που δεν είχε δουλειά και έψαχνε έναν τρόπο για να βγάλει λεφτά.Έτσι , αποφάσισε να γίνει τροβαδούρος, γιατί έβλεπε και άλλους που το προσπαθούσαν και είχαν καλά αποτελέσματα. Τότε τους ονόμαζαν αοιδούς (για να μην τους προσβάλλουν), αλλά στην πραγματικότητα ήταν τροβαδούροι σαν τους σημερινούς. Ο Ομηρος βέβαια, ξεχώρισε αμέσως από τους άλλους γιατί είχε ένα ιδιαίτερο χάρισμα που τον έκανε μοναδικό. Είχε μεγάλη φαντασία και έφτιαχνε στο άψε σβήσε καταπληκτικά άσματα, τα οποία τραγουδούσε έπειτα ο ίδιος. Ήταν δηλαδή συνδυασμός Φοίβου και Πετρέλη σε ένα πρόσωπο. Μια μέρα λοιπόν, καθώς έκανε τη βόλτα του, προσπάθησε να σκεφτεί κάτι πολύ πιασάρικο, για να εντυπωσιάσει τον κόσμο και να βγάλει πολλά λεφτά.Έτσι αποφάσισε να γράψει   έπη, τα οποία  αν γράφονταν σήμερα θα ονομάζονταν ” αληθινά σενάρια”.

Σε ένα απ αυτά σκέφτηκε να κάνει εκτενή αναφορά στον Τρωικό πόλεμο (γιατί σου λέει, είναι ιντριγκαδόρικο σενάριο αυτό του πολέμου) προσθέτοντας φυσικά και το ερωτικό στοιχείο που εξίταρε τα  κτηνώδη πλήθη.Έτσι, είπε πως ο Τρωικός πόλεμος ξεκίνησε επειδή ο Πάρης , ο γιος του Πάτροκλου, του βασιλιά της Τροίας, ήρθε μια μέρα στις Μυκήνες και έκλεψε την γυναίκα του Αγαμέμνονα, την Ελένη (καλό πουτανάκι θα ήταν κι αυτό), και την πήρε μαζί του στην Τροία. Ο Αγαμέμνονας θύμωσε πολύ και άνοιξε πόλεμο με τον Πάτροκλο για να φέρει πίσω τη γυναίκα του (που μεταξύ μας τώρα, εγώ πιστεύω ότι αν όντως  την είχαν κλέψει, δεκάρα τσακιστεί δεν θα δινε ο Αγαμέμνονας.)

Η αλήθεια βέβαια είναι διαφορετική (και εδώ έγκειται το πραγματικό ιστορικό γεγονός).Οι Μυκηναίοι τότε ήταν πολύ ισχυροί οικονομικά και ήθελαν να ελέγχουν ολόκληρη τη Μεσόγειο. Πήγαιναν λοιπόν στον Εύξεινο Πόντο και προμηθεύονταν σιτηρά και δέρματα ζώων και τα λανσάρανε μετά στους Μεσογειακούς λαούς για να τους κάνουν κι αυτούς ανθρώπους. Για να μπορέσουν όμως να φτάσουν στον Εύξεινο Πόντο, προυπόθεση ήταν να περάσουν από την Τροία ( η οποία φανταστείτε βρισκόταν στη σημερινή Μ. Ασία, ακριβώς απέναντι από τη Λήμνο). Οι Τρώες όμως, ξύπνησαν μια μέρα και είπαν ” καλά εμείς χαζοί είμαστε που αφήνουμε  τους Μυκηναίους να περνάνε από δω και να εμπορεύονται προιόντα και να βγάζουν τα κερατιάτικά τους? Θα τους πούμε ότι αν θέλουν να συνεχίσουν να περνάνε από τα μέρη μας, θα πρέπει να πληρώνουν φόρους (δηλαδή οι Τρώες ήταν κάτι σαν τη ΔΟΥ εκείνης της εποχής) για να βγάζουμε και μεις κανα φράγκο απ αυτή τη δουλειά. Όμως ο Αγαμέμνονας ήταν ζόρικο αγόρι και δεν δέχτηκε τόσο εύκολα τον εκβιασμό. Σου λέει, ” θα πληρώνω εγώ γαμησιάτικα λεφτά στους καραγκιοζηδες τους Τρώες? Και τους έστειλε φιρμάνι το οποίο έλεγε ότι θα έρθει εκεί και θα τους σκίσει έτσι και συνεχίσουν να τον εκβιάζουν. Αλλά ο Πάτροκλος δε μάσησε τις απειλές και του είπε ότι έτσι θα γίνει κι άμα γουστάρει. Τελικά ο Αγαμέμνονας αποφάσισε να ανοίξει πόλεμο, για να τους τιμωρήσει κατακτώντας την Τροία. Επειδή ήξερε ότι οι Τρώες ήταν πολλοί, και ότι θα ζητούσαν βοήθεια και από άλλους ομοεθνείς τους, γι αυτό κάλεσε όλους τους έλληνες βασιλιάδες να συνεργαστούν με ομόνοια και να χτυπήσουν τον εχθρό. Στον πόλεμο αυτό συμμετείχαν, λοιπόν όλοι. Ο βασιλιάς της Ιθάκης, ο Οδυσσέας, ο βασιλιάς την Φθίας (του σημερινού Βόλου), ο Αχιλλέας και άλλοι πολλοί που δεν τους θυμάμαι. Ξεκίνησαν λοιπόν ένα πρωί με τα καράβια τους για την Τροία, χωρίς να το πολυσκεφτούν.Φτάσανε εκεί και άρχισαν να πολεμάνε τον Πάτροκλο με τόξα και με βέλη και καμιά φορά γινότανε και μάχη τετ α τετ με κανένα σπαθί.Ο πόλεμος αυτός, αν και φαινομενικά ήταν εύκολος, διήρκησε δέκα χρόνια. Το γιατί κράτησε τόσο, δεν το ξέρουμε, αλλά προφανώς οι Έλληνες το κωλοβαρούσαν που και που και το πηγαίνανε λάου λάου (σου λέει μην πεθάνουμε στην κούραση, και αύριο μέρα είναι )  αλλά στο τέλος τα βρήκανε σκούρα και έπρεπε να σκεφτούν κάτι σατανικό για να μπορέσουν να διεισδύσουν στα άδυτα της Τροίας και να κατατροπώσουν τον εχθρό. Σ αυτό το σημείο ο ευφάνταστος Όμηρος γράφει πως ο πολυμήχανος Οδυσσέας σκαρφίστηκε την κατασκευή του Δούρειου ίππου , στην κοιλιά του οποίου κρύφτηκαν οι Έλληνες και κατάφεραν να μπουν στην πόλη. Ο Δούρειος Ίππος ήταν πολύ μεγάλος, σύμφωνα πάντα με τον αοιδό, και οι Τρώες το δέχτηκαν σαν δώρο και άνοιξαν τις πύλες για να το βάλουν μέσα στην πόλη και να το θαυμάσουν. Τότε, άνοιξε το καπάκι και πετάχτηκαν έξω όλοι οι Έλληνες και σκότωσαν τους Τρώες. Βέβαια θα πρέπει κάποιος να είναι πολύ αφελής για να πιστέψει ότι συνέβη κάτι τέτοιο, γιατί οι Τρώες δεν ήταν και τόσο μαλάκες, ώστε να μην υποψιαστούν ότι ολόκληρο ψωφάλογο ήταν απλά ένα δώρο που δεν έκρυβε παγίδες. Απλά, ο Δούρειος ίππος ήταν ένα ακόμη γέννημα της φαντασίας του Ομήρου, για να δείξει πως τελικά οι Έλληνες κέρδισαν τους Τρώες με κάποιο πονηρό τέχνασμα.Στο τέλος, ο Αγαμέμνονας πολέμησε στήθος με στήθος με τον Πάτροκλο,τον σκότωσε και έτσι κατέκτησε την Τροία και μπορούσε πλέον ελεύθερα να ταξιδεύει προς τον Εύξεινο Πόντο χωρίς να πληρώνει φόρους σε κανέναν πεταμένο Τρώα….





ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ…

22 10 2008

Άλλοι τρέχουν πανικόβλητοι για να προλάβουν να αναχωρήσουν κι άλλοι προσπαθούν να βρουν την έξοδο για να αποχωρήσουν και να πάνε επιτέλους στον προορισμό τους.

Τα τελευταία χρόνια οι σταθμοί των τρένων και των  λεωφορείων τείνουν να γίνουν μέρος της ζωής μου. Φτιάχνω βαλίτσες, τρέχω, μπαίνω στο λεωφορείο. Κατεβαίνω, τρέχω, ανεβαίνω στο αστικό. Κατεβαίνω, ξανατρέχω, φτάνω επιτέλους στον προορισμό μου. Για την επιστροφή, ξανά μια από τα ίδια.

Οι σταθμοί, είναι τα μόνα σημεία στα οποία σταματάς για λίγο – γι αυτό και λέγονται έτσι-.Ίσα ίσα, για να πάρεις μια ανάσα και να συνέλθεις απ’ την τρεχάλα, άντε αν προλάβεις να ανάψεις κι ένα τελευταίο  τσιγάρο πριν ξεκινήσεις την διαδρομή της νικοτινο-στέρησης. Ρίχνεις φευγαλέα μια ματιά γύρω σου σ’ αυτούς που περιμένουν όπως εσύ , κι αν ταξιδεύεις συχνά, αρχίζεις σιγά σιγά να νομίζεις ότι κάπου τους έχεις ξαναδεί , αλλά δεν θυμάσαι που. Ανάβεις τσιγάρο και σε κοιτάζουν λίγο διερευνητικά, θέλοντας απ τη μια να στο αρπάξουν απ το χέρι- γιατί ξέρουν ότι το σύνδρομο νικοτινο-στέρησης είναι ύπουλο και θα τους πιάσει κι αυτους- κι απ την άλλη σε επεξεργάζονται λες και πρόκειται να σε προσλάβουν στην εταιρεία τους και θέλουν να δουν αν τους γεμίζεις το μάτι.

Παρόλο που ο χρόνος παραμονής σου στους σταθμούς είναι περιορισμένος, εντούτοις μπορείς σ’ αυτά τα λίγα λεπτά να κάνεις τις πιο πολυσύνθετες σκέψεις. Να θυμηθείς, να σκεφτείς, να κρίνεις και να αποφασίσεις, να νοσταλγήσεις , ακόμα και να ονειρευτείς….κι αυτό γιατί οι σταθμοί έχουν μια ιδιαιτερότητα. Μπορούν ταυτόχρονα να ενώνουν και να χωρίζουν ανθρώπους.

Αυτοί που συνατιούνται είναι γελαστοί και χαρούμενοι. Στο πρόσωπό τους ζωγραφίζεται η λαχτάρα για ζωή, θέλουν να εκμεταλλευτούν ακόμα και το τελευταίο λεπτό της διαμονής τους, να μην αφήσουν στιγμή να τους φύγει έτσι..

Αυτοί που χωρίζουν άλλοτε χαμογελούν συγκαταβατικά, με βλέμα που υπόσχεται πως κάποια στιγμή θα γυρίσουν, και ρίχνουν πάντα μια ματιά πίσω τους , για να δουν για τελευταία φορά τα μάτια του αγαπημένου προσώπου που αποχωρίζονται. Άλλοι, φεύγουν εντελώς σκυθρωποί και τίποτα δεν μαρτυρά πως θα ξανάρθουν. Αυτοί δεν κοιτάζουν ποτέ πίσω.

Οι σταθμοί κρύβουν μεγάλες χαρές και μεγάλες λύπες και γι’ αυτό προκαλούν πάντα έντονα συναισθήματα σε όποιον βρεθεί έστω και για λίγο εκεί. Γιατί μέσα του ξέρει πως φτάνοντας θα νιώσει ελεύθερος ενώ, φεύγοντας, μια πίκρα θα τον σκιάσει, ακόμα και χωρίς να το καταλάβει..





Ένα καλοκαίρι…

11 08 2008

O Χρήστος Μ. άνοιξε τα νυσταγμένα του μάτια με δυσκολία. Το ξενύχτι τον είχε αποσυντονίσει εντελώς. Τόσο που δεν μπορούσε πια να αντιληφθεί τί μέρα ήταν και πόσες μέρες είχαν περάσει από τότε που πάτησε το πόδι του στο νησί. Ο δυνατός αυγουστιάτικος ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό του και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί περισσότερο. Σηκώθηκε βαριεστημένα, χασμουρήθηκε και έριξε μια ματιά δίπλα του να δει αν το νοικιασμένο του μηχανάκι ήταν στη θέση του. Ευτυχώς ήταν εκεί. Κατά τα άλλα επικρατούσε ησυχία και η αυλή της εκκλησίας, που είχε γίνει το καθημερινό καταφύγιό του, ήταν έρημη. Έτσι ήταν τα πράγματα στη Μύκονο. Όποιος δεν έβρισκε δωμάτιο να μείνει, την έπεφτε στη αυλή μια εκκλησίας και κοιμόταν ανενόχλητος τον ύπνο του δικαίου. Μάλλον έτσι εξηγείται το γιατί υπάρχουν τόσες εκκλησίες (για την ακρίβεια 365) στο νησί που κατά τα άλλα δεν φημίζεται για τον θρησκευτικό τουρισμό του..

Η ώρα είχε πάει αισίως 12.30 και παρόλα αυτά δεν κυκλοφορούσε ψυχή στο δρόμο. Μόνο κανα δυο τουρίστες περπατούσαν και χάζευαν τα τουριστικά είδη. Όλο το υπόλοιπο νησί αναπλήρωνε τον ύπνο που είχε χάσει διασκεδάζοντας ολονυχτίς στο Super Paradise, που κανονικά θα έπρεπε να μετονομαστεί σε Lost Paradise, γιατί όντως ο παράδεισος είχε χαθεί προ πολλού.

Ο Χρήστος ήθελε επειγόντως να πιει έναν δυνατό καφέ για να συνέλθει. Καβάλησε το σκουριασμένο μηχανάκι που είχε νοικιάσει απο τον Τζώρτζη ( u know, τον γνωστό Τζώρτζη τον μυκονιάτη που είχε πάρει μέρος στο πολύ επιτυχημένο reality ” The Wall”, που τα είχε με την Σίσσυ, που έσπαγε ότι έβρισκε μπροστά του και μετά έτρωγε τα φαγητά όλων των συμπαικτών του ενώ ταυτόχρονα έβγαζε κακάδια απο τη μύτη του..!!!).. Ε από αυτόν λοιπόν νοίκιασε ο Χρήστος το παμπάλαιο μηχανάκι για 40 ευρώ την ημέρα. Βέβαια, το ποσό της ενοικίασης δεν του είχε φανεί διόλου υπερβολικό, μια και ο πατέρας του ( γνωστός βιομήχανος της Θεσσαλονίκης,με πολύχρονη εμπειρία στην εισαγωγή και πώληση σκατιέρων δηλαδή χεστρών ) του είχε πει πως η ζωή είναι μικρή και γι αυτό θα πρέπει να τη ζήσει όσο καλύτερα γίνεται χωρίς να αναλώνεται σε μικροπρεπείς σκέψεις του στυλ ” πόσο κάνει αυτό” και ” γιατί είναι τόσο ακριβό ” κτλ κτλ. Και επειδή λοιπόν, μια ζωή την έχουμε, ο Χρήστος πήρε το μηχανάκι που του πάσσαρε ο Τζώρτζης, κάνοντάς τον να τρίβει τα βρώμικα χέρια του από ευχαρίστηση που θα έβγαζε 40 ευρώ την ημέρα από ένα μισοχαλασμένο μηχανάκι , και ξεκίνησε τις βόλτες στο νησί.

Πρώτη στάση στη χώρα. Το Raya ήταν ότι έπρεπε για πρωινό καφεδάκι. Έκατσε κάτω από της μεγάλες τέντες αναζητώντας λίγη δροσιά και παρήγγειλε ένα μέτριο freddo. Έστριψε ένα τσιγάρο αλλά περίμενε να έρθει ο καφές πριν το ανάψει. Το πλακόστρωτο δρομάκι μπροστά του ήταν έρημο, γι αυτό ήταν και όμορφο. Ησυχία και γαλήνη τριγύρω, μόνο κάτι τζιτζίκια που είχαν σκάσει απ τη ζέστη φώναζαν σαν δαιμονισμένα κάνοντας συντροφιά στον Χρήστο. Ήρθε ο καφές (σκέτος παντα, χωρίς νερό μαζί, γιατί η Μύκονος υποφέρει από λειψυδρία κι αν σέρβιραν και νερό με τον καφέ, τότε δεν θα έμενε σταγόνα στο νησί). Με την πρώτη γουλιά άνοιξε τα μάτια του επιτέλους. Άναψε και το στριφτό του και έκατσε για καμιά ώρα περίπου να ρεμβάζει την θάλασσα. Ήταν τόσο ήρεμη, λες και από την πολύ ζέστη βαριόταν κι αυτή να κουνηθεί και έμενε εκεί, γαλήνια, ατάραχη.. Τελικά όλα στη Μύκονο κινούνται αργά. Ακόμα και το νερό…

Κατηφόρησε μια βόλτα στη “μικρή Βενετία” μπας και δει κανένα γνωστό, αλλά μάταια. Ψυχή δεν υπήρχε και κει. Μόνο ο Πέτρος ο πελεκάνος είχε κατέβει μια βόλτα να δει την παλίρροια που σκέπαζε το στενό τσιμεντένιο δρομάκι και έκανε την μετακίνηση δύσκολη έως αδύνατη . Εξ’ ου και η ονομασία μικρή Βενετία. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας χρειαζόταν γόνδολα για να περάσεις από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη, αλλά οι Μυκονιάτες δεν τα λογάριαζαν αυτά. Έβγαζαν τα παπούτσια και περνούσαν ξυπόλητοι το δρομάκι σα να μην συνέβενε τίποτα. Ομολογουμένως πάντως, ήταν ένα από τα πιο γραφικά σημεία του νησιού..

Ο Χρήστος καβάλησε και πάλι το μηχανάκι και τράβηξε προς τον Άγιο Στέφανο. Ήταν ότι πρέπει για μπάνιο εκεί, μια και μαζεύονταν πολυς κόσμος και πολλοί διάσημοι.

Σε μια διαστάυρωση, πριν καλά καλά μπει στον οικισμό του Αγ. Στεφάνου ο Χρήστος σταμάτησε για να πάρει φιλτράκια Risla ( τα γαλάζια) γιατί του είχαν τελειώσει. Την ώρα που έβγαζε να πληρώσει ακούστηκαν φωνές από την βίλα που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, ο Χρήστος βρέθηκε με μία γόβα στιλέτο καρφωμένη στο κεφάλι του. Τα μάτια του γουρλώθηκαν από τον τρόμο στην αρχή και από την απορία στη συνέχεια.

- Α, μην ανησυχείς παλικάρι μου, του είπε η περιπτερού, συμβαίνουν καθημερινά αυτά.

- ? ? ? ? , ο Χρήστος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη από την τρομάρα του..

-Ο Αλέξης και η Εύη τρώγονται σαν τα σκυλιά όλη μέρα.

-Ορίστε?? Ποιοί είναι αυτοί? ρώτησε ο Χρήστος παριστάνοντας τον ηλίθιο.

- Ο Κούγιας και η Βατίδου καλέ, είπε η περιπτερού και άρχισε να σταυροκοπιέται. Μα καλά δεν ξερεις ότι αυτό εκεί είναι το σπίτι του Κούγια? Κάθε μέρα, τέτοια ώρα περίπου έρχεται ο Αλέξης στο σπίτι και αρχίζει ο καυγάς. Απ’ ότι έχω ακούσει ως τώρα αυτή η βρωμιάρα η Βατίδου δεν καθαρίζει καθόλου το σπίτι , αλλά δεν θέλει λέει να προσλάβει αλλοδαπή καθαρίστρια, γιατί αυτές που είχανε ως τώρα ( 20 συνολικά), τις είχε “κανονίσει” όλες ο Κούγιας.

-Σοβαρά? Μπράβο σεξ απιλ ο Alex, είπε γελώντας ο Χρήστος, ενώ ταυτόχρονα έτριβε το κεφάλι του για να μην του αφήσει κανένα καρούμπαλο η τακουνιά..

- Άστα που να στα λέω, συνέχισε ακάθεκτη η περιπτερού. Τις προάλλες ο Κούγιας είχε φύγει στην Αθήνα γιατί είχε δικαστήριο.Ήταν η δίκη της Μαργέτη ντε, της σατανίστριας.

-Ο Χρήστος κούνησε το κεφάλι δείχνοντας ότι γνώριζε την περίπτωση της Μαργέτη.

- Ε, πήγε που λες ο Αλέξης να υπερασπιστεί την Δημητρούλα και εκεί όπως της εξηγούσε την υπερασπίστική γραμμή και τις πιθανές παγίδες που θα έστηνε ο αντίδικος, της έριξε και έναν φιλικό πήδουλο.

-Συγνώμη, μισό λεπτό, είπε μπερδεμένος ο Χρήστος. Έχετε σπουδάσει νομική? Υπερασπιστική γραμμή? Αντίδικος? Πού τα ξέρετε εσείς όλα αυτά?

-Μη βιάζεσαι παλικάρι μου και θα τα μάθεις όλα. Όταν γύρισε λοιπόν ο Κούγιας άρχισε να εξηγεί στην Βατίδου την υπερασπιστική γραμμή που ακολούθησε και με την οποία κατάφερε να αποφυλακίσει αυτό το ζώον τη Μαργέτη.Εγώ τα άκουγα όλα, γιατί το σπίτι τους είναι χτισμένο ακριβώς στην πλαγιά του λόφου και πάντα φυσάει βοριαδάκι από κει με αποτέλεσμα να φτάνουν τα πάντα πεντακάθαρα στα αυτιά μου χωρίς πολύ προσπάθεια. Ευλογημένο βοριαδάκι.., αναστέναξε.

-Και λοιπόν? Τι έγινε? Έμαθε η Βατίδου τα κερατιάτικά της?

- Α ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Την ίδια μέρα που λες, μόλις έφυγε ο Κούγιας, έφτασε στο νησί η Ρέα Τουτουνζή . Εγώ μόλις την είδα της φώναξα από μακριά να κάνει κάτι μ ΄αυτό το αναθεματισμένο το μαλλί της που είναι σαν περούκα, αλλά μάλλον δεν με άκουσε γιατί χώθηκε κατευθείαν στη βίλα. Έκατσε ώρες εκεί και κάποια στιγμή την άκουσα που μιλούσε στο τηλέφωνο και φώναζε. Μετά είπε στην Βατίδου ότι είχε μιλησει με τον Κατσούλα ( τον συνεργάτη της Μαργέτη), με τον οποίο τραβιόταν ένα φεγγάρι, αλλά τον χώρισε γιατί αυτός της έλεγε συνέχεια να χορέψουν γυμνοί στην πανσέληνο. Ο Κατσούλας λοιπόν της είπε ότι ο Κούγιας “απαύτωνε” την Μαργέτη πολύ συχνά, γιατί το ποσό που της ζητούσε για να την υπερασπιστεί ήταν πολύ μεγάλο κι αυτή δεν είχε χρήματα να του δώσει.Γι αυτό είχαν κάνει διακανονισμό και είχαν συμφωνήσει να του ξεπληρώσει το χρέος με 12 μισάωρα πηδήματα και όρκο στην omerta, όπερ και εγένετο.

-Σοβαρα?, αυτό είναι τρομερό, είπε ο Χρήστος γελώντας δυνατά.

- Είπε λοιπόν η Τουτουνζή τα καθέκαστα του Κούγια στην Βατίδου και από την ώρα εκείνη άρχισε το πανηγύρι. Τον έπαιρνε τηλέφωνο την ώρα της δίκης και τον έβριζε, απειλούσε τη Μαργέτη πως θα της κάνει μαύρη μαγεία για να μην σώσει να ξαναπηδηχτεί με τον Κούγια και άλλα τέτοια, μέχρι που γύρισε ο Κούγιας στη Μύκονο και του έδωσε μια με το τακούνι στο κεφάλι και το άνοιξε σαν καρπούζι. 3 μέρες τον είχανε στο κέντρο υγείας και ούτε πήγε να τον δει.Από τότε που λες άρχισε αυτή η ιστορία με τις τακουνιές και τώρα, όποτε κάνει ο Κούγιας καμιά ” λαδιά”, ξέρει την τιμωρία του. Μην κοιτάς που τα κανάλια δεν το δημοσιοποίησαν τόσο καιρό. Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια!

- Έλααα…., γούρλωσε πάλι τα μάτια ο Χρήστος. Τί είναι αυτά που μαθαίνω σήμερα? Και να φανταστείτε ότι εγώ μια βόλτα ήθελα να κάνω, γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ άλλο απ’ τη ζέστη.

-Καλά βρε, τον μάλωσε η περιπτερού,στη Μύκονο ήρθες να κοιμηθείς? Χάθηκαν οι Φούρνοι, η Ικαρία, η Πάτμος? Εκεί είναι ότι πρέπει για ύπνο. Εδώ πρέπει να είσαι ξύπνιος, να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα και τα αυτιά σου εικοσιοκτώ. Άντε φεύγα τώρα γιατί θέλω να δω τι άλλο θα γίνει με τους γείτονες. Αν θες πέρνα πάλι αύριο να στα πω.

- Αν βολέψει θα περάσω , είπε χαρούμενος ο Χρήστος και έβαλε μπρος το σαραβαλάκι του. Επιτέλους είχε βρει έναν τρόπο για να περνάει ευχάριστα την ώρα του…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…….

Η βουτιά στα κρύα νερά του Αγ. στεφάνου ήταν λύτρωση για τον Χρήστο, γιατί τον είχε ζαλίσει αφενός η ζέστη και αφετέρου η πολυλογία της περιπτερούς. Αν και είχε βρει ενδιαφέροντα τα όσα έμαθε, δεν είχε σκοπό να ξαναπεράσει απ’ το περίπτερο. Τί τον ένοιαζε εξάλλου το τι έκανε ο Κούγιας – και ο κάθε Κούγιας- με τη γυναίκα του? Αυτός είχε έρθει στο νησί για να χαλαρώσει και να διασκεδάσει. Το κουτσομπολίστικο ρεπορτάζ ήταν δουλειά άλλων. Μετά το μπάνιο του, άπλωσε προσεκτικά την πετσέτα του στην άμμο και ξάπλωσε νωχελικά. Η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο μα δεν τον ενδιέφερε να κοιτάξει γύρω του. Ήθελε απλά να ξαπλώσει και να μαυρίσει.

Κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, όταν ξαφνικά μια αισθάνθηκε στο πρόσωπό του κάτι σαν αμμοθύελλα. Στην αρχή σκέφτηκε ότι μάλλον θα είχε φυσήξει ( φαινόμενο διόλου σπάνιο στο νησί των ανέμων) και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγο ένα δεύτερο σύννεφο άμμου ήρθε και κάλυψε όλο του το πρόσωπο και τα μαλλιά του. Άνοιξε τα μάτια για να δει τι συμβαίνει και έκπληκτος διαπίστωσε ότι το σύννεφο σκόνης εκσφενδονιζόταν από τα πόδια της Ρούλας Βροχοπούλου, την οποία κηνυγούσε σαν δαιμονισμένος ο φραν. Στην προσπάθειά της να γλιτώσει η Ρούλα έτρεχε σαν αφηνιασμένη, με αποτέλεσμα να γεμίζει με κόκκους άμμου κάθε λουόμενο που βρίσκονταν στο διάβα της.

-Περίμενε, της φώναζε ο Φραν. Δε θα σε χτυπήσω. Μόνο μια υπογραφή θέλω να βάλεις, για να πάρω το εξοχικό στα Καμμένα Βούρλα.

- Δεν στο δίνω, δεν στο δίνω, δεν στο δίνω, φώναζε η Ρούλα.

-Αν δεν μου το δώσεις θα χωρίσουμε,απειλούσε ο θρασύτατος αλβανός Φραν και έτρεχε ξοπισω της.

- Είπα όχι.Σου έφραψα το διαμέρισμα στα Πατήσια, το τζιπ το Rav4, το οικόπεδο στα Σπάτα, σου έδωσα τόσα μετρητά που μπορείς να αγοράσεις ακόμα και το Σκορπιό και συ μου ζητάς και το σπίτι στα Καμμένα Βούρλα?

- Ναι! Είπα θα μου το δώσεις και θα μου το δώσεις! Αλλιώς θα παντρευτώ την 20χρονη αλβανίδα με την οποία σε κερατώνω εδώ και 2 χρόνια, δηλαδή από την πρώτη μέρα του γάμου μας!

-Όχι Φραν, σε παρακαλώ, κλαψούρισε η Ρούλα.Μην μ αφήσεις για μια αλβανίδα, κι ας είναι και λίγο (?) νεότερή μου! Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλη αλλά όπως λέει ο λαός, η γριά κότα έχει το ζουμί. Κι αν πεινάσεις Φραν, απ το δικό μου το κοτόζουμο θα φας, όχι απ’ της αλβανίδας. Γιατί αυτή δεν έχει στον ήλιο μοίρα…

-Δενμε νοιάζει παλιόγρια. Εγώ αυτήν αγαπώ. Εσένα σε έχω μόνο για να σου τρώω τα λεφτά και δεν θα σταματήσω μέχρι να τα φάω όλα.Υπόγραψε τώρα μη σου σπάσω τη μούρη και την κάνω πατσά ψιλοκομμένο.

Κι η Ρούλα υπέκυψε και έβαλε την υπογραφή της κλαίγοντας με λυγμούς και ξαναβρέχοντας με δάκρυα όσους είχαν καταφέρει να στεγνώσουν απ τον ήλιο.. Ο Χρήστος είχε μείνει άφωνος, όχι τόσο για τον διάλογο Ρούλας- Φραν που μόλις είχε ακούσει, αλλά για το γεγονός ότι κανένας δεν προσπάθησε να τους ηρεμήσει  και να τους συμφιλιώσει. Κοιτούσαν όλοι με κουτσομπολίστικο ύφος και μάλιστα κάποιοι τραβούσαν και βίντεο με το κινητό τους για να το στείλουν (με το αζημίωτο) τον Σεπτέμβρη στη Λαμπίρη.” Τί κόσμος”, σκέφτηκε. ” Ζούγκλα έχουμε γίνει”..

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του και να, ξεπρόβαλε καμαρωτός καμαρωτός ο Τριανταφυλλόπουλος με την οικογένειά του. Αλλά (μεταξύ μας), ποιός τους χέζει κι αυτούς??

Ο Χρήστος είχε ξενερώσει. Ούτε να κοιμηθεί μπόρεσε και τώρα, να, έπρεπε να σηκωθεί, να τινάξει την πετσέτα που είχε γεμίσει άμμο και να προσπαθήσει να ηρεμήσει για να ον ξαναπάρει ο  ύπνος, πράγμα που στάθηκε αδύνατο. Μάζεψε λοιπόν μετά από λίγο τα πράγματά του και ξεκίνησε για τη χώρα.Καθώς έτρεχε με το μηχανάκι στον πεζόδρομο της χώρας , δίπλα στη θάλασσα, προσπαθώντας

ακόμα να συνέλθει από το σοκ που είχε περάσει στον Αγ. Στέφανο, μια ακόμη έκπληξη τον περίμενε, για να τον αποτελειώσει.. O Γαλάτης!!!

-Φίλε μου? του είπε γελώντας ενώ κουνούσε το άσπρο μαντήλι που είχε διαρκώς στο πέτο του. Θέλεις να βάλουμε μια κόντρα? Να δούμε ποιό θα βγει πρώτο, το δικό σου το σαραβαλάκι ή το δικό μου διακοσίων ετών τρίκυκλο??

Ο Χρήστος σκέφτηκε να τον αγνοήσει. Βαριόταν αφόρητα να ασχοληθεί με τέτοιες βλακείες. Αλλά ο Γαλάτης εκεί, επέμενε.

-Έλα καλέ να βάλουμε μια κόντρα, του φώναζε. Τί φοβάσαι? Μη φας τη σκόνη μου? Εδώ εγώ τρώω άλλα κι άλλα, και δεν φοβάμαι, κι εσύ κάνεις θέμα για λίγη σκονίτσα?

- Το μόνο που φοβάμαι, είπε ο Χρήστος, είναι να μη με δουν να μιλάω μαζί σου και με περάσουν για τρύπιο. Κατά τα άλλα, δεν φοβάμαι τίποτα.

- Αχαχαχχα, σε καλό σου, γέλασε ο Γαλάτης. Πώς τα λες έτσι χαριτωμένα? ..