O Χρήστος Μ. άνοιξε τα νυσταγμένα του μάτια με δυσκολία. Το ξενύχτι τον είχε αποσυντονίσει εντελώς. Τόσο που δεν μπορούσε πια να αντιληφθεί τί μέρα ήταν και πόσες μέρες είχαν περάσει από τότε που πάτησε το πόδι του στο νησί. Ο δυνατός αυγουστιάτικος ήλιος ζέσταινε το πρόσωπό του και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί περισσότερο. Σηκώθηκε βαριεστημένα, χασμουρήθηκε και έριξε μια ματιά δίπλα του να δει αν το νοικιασμένο του μηχανάκι ήταν στη θέση του. Ευτυχώς ήταν εκεί. Κατά τα άλλα επικρατούσε ησυχία και η αυλή της εκκλησίας, που είχε γίνει το καθημερινό καταφύγιό του, ήταν έρημη. Έτσι ήταν τα πράγματα στη Μύκονο. Όποιος δεν έβρισκε δωμάτιο να μείνει, την έπεφτε στη αυλή μια εκκλησίας και κοιμόταν ανενόχλητος τον ύπνο του δικαίου. Μάλλον έτσι εξηγείται το γιατί υπάρχουν τόσες εκκλησίες (για την ακρίβεια 365) στο νησί που κατά τα άλλα δεν φημίζεται για τον θρησκευτικό τουρισμό του..

Η ώρα είχε πάει αισίως 12.30 και παρόλα αυτά δεν κυκλοφορούσε ψυχή στο δρόμο. Μόνο κανα δυο τουρίστες περπατούσαν και χάζευαν τα τουριστικά είδη. Όλο το υπόλοιπο νησί αναπλήρωνε τον ύπνο που είχε χάσει διασκεδάζοντας ολονυχτίς στο Super Paradise, που κανονικά θα έπρεπε να μετονομαστεί σε Lost Paradise, γιατί όντως ο παράδεισος είχε χαθεί προ πολλού.
Ο Χρήστος ήθελε επειγόντως να πιει έναν δυνατό καφέ για να συνέλθει. Καβάλησε το σκουριασμένο μηχανάκι που είχε νοικιάσει απο τον Τζώρτζη ( u know, τον γνωστό Τζώρτζη τον μυκονιάτη που είχε πάρει μέρος στο πολύ επιτυχημένο reality ” The Wall”, που τα είχε με την Σίσσυ, που έσπαγε ότι έβρισκε μπροστά του και μετά έτρωγε τα φαγητά όλων των συμπαικτών του ενώ ταυτόχρονα έβγαζε κακάδια απο τη μύτη του..!!!).. Ε από αυτόν λοιπόν νοίκιασε ο Χρήστος το παμπάλαιο μηχανάκι για 40 ευρώ την ημέρα. Βέβαια, το ποσό της ενοικίασης δεν του είχε φανεί διόλου υπερβολικό, μια και ο πατέρας του ( γνωστός βιομήχανος της Θεσσαλονίκης,με πολύχρονη εμπειρία στην εισαγωγή και πώληση σκατιέρων δηλαδή χεστρών ) του είχε πει πως η ζωή είναι μικρή και γι αυτό θα πρέπει να τη ζήσει όσο καλύτερα γίνεται χωρίς να αναλώνεται σε μικροπρεπείς σκέψεις του στυλ ” πόσο κάνει αυτό” και ” γιατί είναι τόσο ακριβό ” κτλ κτλ. Και επειδή λοιπόν, μια ζωή την έχουμε, ο Χρήστος πήρε το μηχανάκι που του πάσσαρε ο Τζώρτζης, κάνοντάς τον να τρίβει τα βρώμικα χέρια του από ευχαρίστηση που θα έβγαζε 40 ευρώ την ημέρα από ένα μισοχαλασμένο μηχανάκι , και ξεκίνησε τις βόλτες στο νησί.
Πρώτη στάση στη χώρα. Το Raya ήταν ότι έπρεπε για πρωινό καφεδάκι. Έκατσε κάτω από της μεγάλες τέντες αναζητώντας λίγη δροσιά και παρήγγειλε ένα μέτριο freddo. Έστριψε ένα τσιγάρο αλλά περίμενε να έρθει ο καφές πριν το ανάψει. Το πλακόστρωτο δρομάκι μπροστά του ήταν έρημο, γι αυτό ήταν και όμορφο. Ησυχία και γαλήνη τριγύρω, μόνο κάτι τζιτζίκια που είχαν σκάσει απ τη ζέστη φώναζαν σαν δαιμονισμένα κάνοντας συντροφιά στον Χρήστο. Ήρθε ο καφές (σκέτος παντα, χωρίς νερό μαζί, γιατί η Μύκονος υποφέρει από λειψυδρία κι αν σέρβιραν και νερό με τον καφέ, τότε δεν θα έμενε σταγόνα στο νησί). Με την πρώτη γουλιά άνοιξε τα μάτια του επιτέλους. Άναψε και το στριφτό του και έκατσε για καμιά ώρα περίπου να ρεμβάζει την θάλασσα. Ήταν τόσο ήρεμη, λες και από την πολύ ζέστη βαριόταν κι αυτή να κουνηθεί και έμενε εκεί, γαλήνια, ατάραχη.. Τελικά όλα στη Μύκονο κινούνται αργά. Ακόμα και το νερό…

Κατηφόρησε μια βόλτα στη “μικρή Βενετία” μπας και δει κανένα γνωστό, αλλά μάταια. Ψυχή δεν υπήρχε και κει. Μόνο ο Πέτρος ο πελεκάνος είχε κατέβει μια βόλτα να δει την παλίρροια που σκέπαζε το στενό τσιμεντένιο δρομάκι και έκανε την μετακίνηση δύσκολη έως αδύνατη . Εξ’ ου και η ονομασία μικρή Βενετία. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας χρειαζόταν γόνδολα για να περάσεις από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη, αλλά οι Μυκονιάτες δεν τα λογάριαζαν αυτά. Έβγαζαν τα παπούτσια και περνούσαν ξυπόλητοι το δρομάκι σα να μην συνέβενε τίποτα. Ομολογουμένως πάντως, ήταν ένα από τα πιο γραφικά σημεία του νησιού..
Ο Χρήστος καβάλησε και πάλι το μηχανάκι και τράβηξε προς τον Άγιο Στέφανο. Ήταν ότι πρέπει για μπάνιο εκεί, μια και μαζεύονταν πολυς κόσμος και πολλοί διάσημοι.

Σε μια διαστάυρωση, πριν καλά καλά μπει στον οικισμό του Αγ. Στεφάνου ο Χρήστος σταμάτησε για να πάρει φιλτράκια Risla ( τα γαλάζια) γιατί του είχαν τελειώσει. Την ώρα που έβγαζε να πληρώσει ακούστηκαν φωνές από την βίλα που βρισκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, ο Χρήστος βρέθηκε με μία γόβα στιλέτο καρφωμένη στο κεφάλι του. Τα μάτια του γουρλώθηκαν από τον τρόμο στην αρχή και από την απορία στη συνέχεια.
- Α, μην ανησυχείς παλικάρι μου, του είπε η περιπτερού, συμβαίνουν καθημερινά αυτά.
- ? ? ? ? , ο Χρήστος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη από την τρομάρα του..
-Ο Αλέξης και η Εύη τρώγονται σαν τα σκυλιά όλη μέρα.
-Ορίστε?? Ποιοί είναι αυτοί? ρώτησε ο Χρήστος παριστάνοντας τον ηλίθιο.
- Ο Κούγιας και η Βατίδου καλέ, είπε η περιπτερού και άρχισε να σταυροκοπιέται. Μα καλά δεν ξερεις ότι αυτό εκεί είναι το σπίτι του Κούγια? Κάθε μέρα, τέτοια ώρα περίπου έρχεται ο Αλέξης στο σπίτι και αρχίζει ο καυγάς. Απ’ ότι έχω ακούσει ως τώρα αυτή η βρωμιάρα η Βατίδου δεν καθαρίζει καθόλου το σπίτι , αλλά δεν θέλει λέει να προσλάβει αλλοδαπή καθαρίστρια, γιατί αυτές που είχανε ως τώρα ( 20 συνολικά), τις είχε “κανονίσει” όλες ο Κούγιας.
-Σοβαρά? Μπράβο σεξ απιλ ο Alex, είπε γελώντας ο Χρήστος, ενώ ταυτόχρονα έτριβε το κεφάλι του για να μην του αφήσει κανένα καρούμπαλο η τακουνιά..
- Άστα που να στα λέω, συνέχισε ακάθεκτη η περιπτερού. Τις προάλλες ο Κούγιας είχε φύγει στην Αθήνα γιατί είχε δικαστήριο.Ήταν η δίκη της Μαργέτη ντε, της σατανίστριας.
-Ο Χρήστος κούνησε το κεφάλι δείχνοντας ότι γνώριζε την περίπτωση της Μαργέτη.
- Ε, πήγε που λες ο Αλέξης να υπερασπιστεί την Δημητρούλα και εκεί όπως της εξηγούσε την υπερασπίστική γραμμή και τις πιθανές παγίδες που θα έστηνε ο αντίδικος, της έριξε και έναν φιλικό πήδουλο.
-Συγνώμη, μισό λεπτό, είπε μπερδεμένος ο Χρήστος. Έχετε σπουδάσει νομική? Υπερασπιστική γραμμή? Αντίδικος? Πού τα ξέρετε εσείς όλα αυτά?
-Μη βιάζεσαι παλικάρι μου και θα τα μάθεις όλα. Όταν γύρισε λοιπόν ο Κούγιας άρχισε να εξηγεί στην Βατίδου την υπερασπιστική γραμμή που ακολούθησε και με την οποία κατάφερε να αποφυλακίσει αυτό το ζώον τη Μαργέτη.Εγώ τα άκουγα όλα, γιατί το σπίτι τους είναι χτισμένο ακριβώς στην πλαγιά του λόφου και πάντα φυσάει βοριαδάκι από κει με αποτέλεσμα να φτάνουν τα πάντα πεντακάθαρα στα αυτιά μου χωρίς πολύ προσπάθεια. Ευλογημένο βοριαδάκι.., αναστέναξε.
-Και λοιπόν? Τι έγινε? Έμαθε η Βατίδου τα κερατιάτικά της?
- Α ναι, παραλίγο να το ξεχάσω. Την ίδια μέρα που λες, μόλις έφυγε ο Κούγιας, έφτασε στο νησί η Ρέα Τουτουνζή . Εγώ μόλις την είδα της φώναξα από μακριά να κάνει κάτι μ ΄αυτό το αναθεματισμένο το μαλλί της που είναι σαν περούκα, αλλά μάλλον δεν με άκουσε γιατί χώθηκε κατευθείαν στη βίλα. Έκατσε ώρες εκεί και κάποια στιγμή την άκουσα που μιλούσε στο τηλέφωνο και φώναζε. Μετά είπε στην Βατίδου ότι είχε μιλησει με τον Κατσούλα ( τον συνεργάτη της Μαργέτη), με τον οποίο τραβιόταν ένα φεγγάρι, αλλά τον χώρισε γιατί αυτός της έλεγε συνέχεια να χορέψουν γυμνοί στην πανσέληνο. Ο Κατσούλας λοιπόν της είπε ότι ο Κούγιας “απαύτωνε” την Μαργέτη πολύ συχνά, γιατί το ποσό που της ζητούσε για να την υπερασπιστεί ήταν πολύ μεγάλο κι αυτή δεν είχε χρήματα να του δώσει.Γι αυτό είχαν κάνει διακανονισμό και είχαν συμφωνήσει να του ξεπληρώσει το χρέος με 12 μισάωρα πηδήματα και όρκο στην omerta, όπερ και εγένετο.
-Σοβαρα?, αυτό είναι τρομερό, είπε ο Χρήστος γελώντας δυνατά.
- Είπε λοιπόν η Τουτουνζή τα καθέκαστα του Κούγια στην Βατίδου και από την ώρα εκείνη άρχισε το πανηγύρι. Τον έπαιρνε τηλέφωνο την ώρα της δίκης και τον έβριζε, απειλούσε τη Μαργέτη πως θα της κάνει μαύρη μαγεία για να μην σώσει να ξαναπηδηχτεί με τον Κούγια και άλλα τέτοια, μέχρι που γύρισε ο Κούγιας στη Μύκονο και του έδωσε μια με το τακούνι στο κεφάλι και το άνοιξε σαν καρπούζι. 3 μέρες τον είχανε στο κέντρο υγείας και ούτε πήγε να τον δει.Από τότε που λες άρχισε αυτή η ιστορία με τις τακουνιές και τώρα, όποτε κάνει ο Κούγιας καμιά ” λαδιά”, ξέρει την τιμωρία του. Μην κοιτάς που τα κανάλια δεν το δημοσιοποίησαν τόσο καιρό. Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια!
- Έλααα…., γούρλωσε πάλι τα μάτια ο Χρήστος. Τί είναι αυτά που μαθαίνω σήμερα? Και να φανταστείτε ότι εγώ μια βόλτα ήθελα να κάνω, γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ άλλο απ’ τη ζέστη.
-Καλά βρε, τον μάλωσε η περιπτερού,στη Μύκονο ήρθες να κοιμηθείς? Χάθηκαν οι Φούρνοι, η Ικαρία, η Πάτμος? Εκεί είναι ότι πρέπει για ύπνο. Εδώ πρέπει να είσαι ξύπνιος, να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα και τα αυτιά σου εικοσιοκτώ. Άντε φεύγα τώρα γιατί θέλω να δω τι άλλο θα γίνει με τους γείτονες. Αν θες πέρνα πάλι αύριο να στα πω.
- Αν βολέψει θα περάσω , είπε χαρούμενος ο Χρήστος και έβαλε μπρος το σαραβαλάκι του. Επιτέλους είχε βρει έναν τρόπο για να περνάει ευχάριστα την ώρα του…
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…….
Η βουτιά στα κρύα νερά του Αγ. στεφάνου ήταν λύτρωση για τον Χρήστο, γιατί τον είχε ζαλίσει αφενός η ζέστη και αφετέρου η πολυλογία της περιπτερούς. Αν και είχε βρει ενδιαφέροντα τα όσα έμαθε, δεν είχε σκοπό να ξαναπεράσει απ’ το περίπτερο. Τί τον ένοιαζε εξάλλου το τι έκανε ο Κούγιας – και ο κάθε Κούγιας- με τη γυναίκα του? Αυτός είχε έρθει στο νησί για να χαλαρώσει και να διασκεδάσει. Το κουτσομπολίστικο ρεπορτάζ ήταν δουλειά άλλων. Μετά το μπάνιο του, άπλωσε προσεκτικά την πετσέτα του στην άμμο και ξάπλωσε νωχελικά. Η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο μα δεν τον ενδιέφερε να κοιτάξει γύρω του. Ήθελε απλά να ξαπλώσει και να μαυρίσει.
Κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, όταν ξαφνικά μια αισθάνθηκε στο πρόσωπό του κάτι σαν αμμοθύελλα. Στην αρχή σκέφτηκε ότι μάλλον θα είχε φυσήξει ( φαινόμενο διόλου σπάνιο στο νησί των ανέμων) και δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγο ένα δεύτερο σύννεφο άμμου ήρθε και κάλυψε όλο του το πρόσωπο και τα μαλλιά του. Άνοιξε τα μάτια για να δει τι συμβαίνει και έκπληκτος διαπίστωσε ότι το σύννεφο σκόνης εκσφενδονιζόταν από τα πόδια της Ρούλας Βροχοπούλου, την οποία κηνυγούσε σαν δαιμονισμένος ο φραν. Στην προσπάθειά της να γλιτώσει η Ρούλα έτρεχε σαν αφηνιασμένη, με αποτέλεσμα να γεμίζει με κόκκους άμμου κάθε λουόμενο που βρίσκονταν στο διάβα της.
-Περίμενε, της φώναζε ο Φραν. Δε θα σε χτυπήσω. Μόνο μια υπογραφή θέλω να βάλεις, για να πάρω το εξοχικό στα Καμμένα Βούρλα.
- Δεν στο δίνω, δεν στο δίνω, δεν στο δίνω, φώναζε η Ρούλα.
-Αν δεν μου το δώσεις θα χωρίσουμε,απειλούσε ο θρασύτατος αλβανός Φραν και έτρεχε ξοπισω της.
- Είπα όχι.Σου έφραψα το διαμέρισμα στα Πατήσια, το τζιπ το Rav4, το οικόπεδο στα Σπάτα, σου έδωσα τόσα μετρητά που μπορείς να αγοράσεις ακόμα και το Σκορπιό και συ μου ζητάς και το σπίτι στα Καμμένα Βούρλα?
- Ναι! Είπα θα μου το δώσεις και θα μου το δώσεις! Αλλιώς θα παντρευτώ την 20χρονη αλβανίδα με την οποία σε κερατώνω εδώ και 2 χρόνια, δηλαδή από την πρώτη μέρα του γάμου μας!
-Όχι Φραν, σε παρακαλώ, κλαψούρισε η Ρούλα.Μην μ αφήσεις για μια αλβανίδα, κι ας είναι και λίγο (?) νεότερή μου! Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλη αλλά όπως λέει ο λαός, η γριά κότα έχει το ζουμί. Κι αν πεινάσεις Φραν, απ το δικό μου το κοτόζουμο θα φας, όχι απ’ της αλβανίδας. Γιατί αυτή δεν έχει στον ήλιο μοίρα…
-Δενμε νοιάζει παλιόγρια. Εγώ αυτήν αγαπώ. Εσένα σε έχω μόνο για να σου τρώω τα λεφτά και δεν θα σταματήσω μέχρι να τα φάω όλα.Υπόγραψε τώρα μη σου σπάσω τη μούρη και την κάνω πατσά ψιλοκομμένο.
Κι η Ρούλα υπέκυψε και έβαλε την υπογραφή της κλαίγοντας με λυγμούς και ξαναβρέχοντας με δάκρυα όσους είχαν καταφέρει να στεγνώσουν απ τον ήλιο.. Ο Χρήστος είχε μείνει άφωνος, όχι τόσο για τον διάλογο Ρούλας- Φραν που μόλις είχε ακούσει, αλλά για το γεγονός ότι κανένας δεν προσπάθησε να τους ηρεμήσει και να τους συμφιλιώσει. Κοιτούσαν όλοι με κουτσομπολίστικο ύφος και μάλιστα κάποιοι τραβούσαν και βίντεο με το κινητό τους για να το στείλουν (με το αζημίωτο) τον Σεπτέμβρη στη Λαμπίρη.” Τί κόσμος”, σκέφτηκε. ” Ζούγκλα έχουμε γίνει”..
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη σκέψη του και να, ξεπρόβαλε καμαρωτός καμαρωτός ο Τριανταφυλλόπουλος με την οικογένειά του. Αλλά (μεταξύ μας), ποιός τους χέζει κι αυτούς??
Ο Χρήστος είχε ξενερώσει. Ούτε να κοιμηθεί μπόρεσε και τώρα, να, έπρεπε να σηκωθεί, να τινάξει την πετσέτα που είχε γεμίσει άμμο και να προσπαθήσει να ηρεμήσει για να ον ξαναπάρει ο ύπνος, πράγμα που στάθηκε αδύνατο. Μάζεψε λοιπόν μετά από λίγο τα πράγματά του και ξεκίνησε για τη χώρα.Καθώς έτρεχε με το μηχανάκι στον πεζόδρομο της χώρας , δίπλα στη θάλασσα, προσπαθώντας

ακόμα να συνέλθει από το σοκ που είχε περάσει στον Αγ. Στέφανο, μια ακόμη έκπληξη τον περίμενε, για να τον αποτελειώσει.. O Γαλάτης!!!

-Φίλε μου? του είπε γελώντας ενώ κουνούσε το άσπρο μαντήλι που είχε διαρκώς στο πέτο του. Θέλεις να βάλουμε μια κόντρα? Να δούμε ποιό θα βγει πρώτο, το δικό σου το σαραβαλάκι ή το δικό μου διακοσίων ετών τρίκυκλο??
Ο Χρήστος σκέφτηκε να τον αγνοήσει. Βαριόταν αφόρητα να ασχοληθεί με τέτοιες βλακείες. Αλλά ο Γαλάτης εκεί, επέμενε.
-Έλα καλέ να βάλουμε μια κόντρα, του φώναζε. Τί φοβάσαι? Μη φας τη σκόνη μου? Εδώ εγώ τρώω άλλα κι άλλα, και δεν φοβάμαι, κι εσύ κάνεις θέμα για λίγη σκονίτσα?
- Το μόνο που φοβάμαι, είπε ο Χρήστος, είναι να μη με δουν να μιλάω μαζί σου και με περάσουν για τρύπιο. Κατά τα άλλα, δεν φοβάμαι τίποτα.
- Αχαχαχχα, σε καλό σου, γέλασε ο Γαλάτης. Πώς τα λες έτσι χαριτωμένα? ..

Πρόσφατα σχόλια